Η καθολική επέκταση και υποχρεωτικότητα των συναλλαγών μέσω POS αποτελεί αναμφίβολα ένα
βήμα για τον εκσυγχρονισμό της αγοράς. Ωστόσο, στην πράξη, η εφαρμογή αυτού του μέτρου έχει
μετατρέψει τα τραπεζικά ιδρύματα σε έναν «αναγκαστικό συνέταιρο» κάθε μικρομεσαίας
επιχείρησης, επιβαρύνοντάς την με δυσανάλογα κόστη και έναν πρωτοφανή γραφειοκρατικό
λαβύρινθο.
Ο σύγχρονος επαγγελματίας δεν καλείται απλώς να χρηματοδοτήσει μια ολόκληρη αλυσίδα
τραπεζικών χρεώσεων —από τις προμήθειες ανά συναλλαγή που εκμηδενίζουν το κέρδος στα
μικρά ποσά, μέχρι τα μηνιαία πάγια, τα έξοδα συνδεσιμότητας και το κόστος των συσκευών. Αυτό
το καθεστώς έρχεται σε πλήρη αντίθεση με όσα ισχύουν στην υπόλοιπη Ευρώπη. Στο εξωτερικό,
ο πραγματικός ανταγωνισμός μεταξύ ανεξάρτητων ψηφιακών παρόχων εξασφαλίζει μηδενικά
πάγια και εξαιρετικά χαμηλές χρεώσεις, ενώ η ευρωπαϊκή νομοθεσία προστατεύει ουσιαστικά τις
επιχειρήσεις θέτοντας αυστηρά όρια στις προμήθειες. Στην Ελλάδα, αντιθέτως, ένα κλειστό
σύστημα επιβάλλει οριζόντια χαράτσια και ενοίκια συσκευών, υποχρεώνοντας τον επαγγελματία
να επιβιώσει μέσα σε ένα δαιδαλώδες τεχνολογικό οικοσύστημα.
Η διαδικασία μιας απλής πώλησης έχει μετατραπεί σε μια πολύπλοκη ψηφιακή διαδρομή, η οποία
συνεχώς διογκώνεται με νέα βάρη. Η διασύνδεση της ταμειακής με το POS και το myDATA της
ΑΑΔΕ ήταν μόνο η αρχή. Πλέον, οι επιχειρήσεις φορτώνονται με την υποχρέωση του Ψηφιακού
Δελτίου Αποστολής, καθώς και με τις εξαιρετικά περίπλοκες απαιτήσεις της Ψηφιακής Κάρτας
Εργασίας στο σύστημα ΕΡΓΑΝΗ. Όλα αυτά τα μέτρα μεταφράζονται σε μια κατακόρυφη αύξηση
των μηνιαίων παγίων κοστών. Τα χρήματα αυτά, όμως, δεν επιστρέφουν στην οικονομία·
διοχετεύονται απευθείας στις τράπεζες και σε ελάχιστους μεγάλους ομίλους εμπορίας λογισμικού,
οι οποίοι βλέπουν τα κέρδη τους να εκτοξεύονται, εκμεταλλευόμενοι τις αναγκαστικές και ακριβές
ετήσιες συνδρομές που επιβάλλει το κράτος. Ενώ στην Ευρώπη τα ψηφιακά εργαλεία λειτουργούν
απολογιστικά ως μέσα διευκόλυνσης, στην Ελλάδα η υπερβολική, ζωντανή πολυπλοκότητα
εκτινάσσει τα λειτουργικά έξοδα υπέρ των λίγων και συντηρεί έναν μόνιμο φόβο για εξοντωτικά
πρόστιμα με το παραμικρό «κόλλημα» του συστήματος.
Το πιο οξύμωρο, όμως, είναι η στόχευση αυτών των μέτρων σε σύγκριση με τα διεθνή πρότυπα.
Στο εξωτερικό, οι προηγμένες φορολογικές αρχές επικεντρώνονται στα «μεγάλα ψάρια»,
ελέγχοντας τον πυρήνα της δραστηριότητάς τους μέσα από τον όγκο των τιμολογίων, των
μεγάλων αγορών και της αυστηρής ισορροπίας εσόδων-εξόδων. Εκεί, τα συστήματα εντοπίζουν
τις μεγάλες αποκλίσεις και τις εικονικές δαπάνες εκατομμυρίων. Στην Ελλάδα, αντιθέτως, το
κράτος εξαντλεί όλη την ψηφιακή του αυστηρότητα στα καταστήματα μικρολιανικής, «κυνηγώντας»
συναλλαγές των λίγων ευρώ. Την ίδια στιγμή, η πραγματική, μεγάλη φοροδιαφυγή σε κλάδους
μεγάλης οικονομικής δραστηριότητας παραμένει στο απυρόβλητο, με τη χρήση περίπλοκων
υπεργολαβιών, εικονικών παροχών και δυσδιάκριτων μεθόδων χρέωσης που διακινούν τεράστια
ποσά μακριά από τα ραντάρ των ελέγχων.
Αυτή η υποκρισία περί δήθεν «διαφάνειας» γίνεται ακόμα πιο προκλητική αν κοιτάξει κανείς πώς
διαχειρίζεται το ίδιο το κράτος το δημόσιο χρήμα μέσω της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Ενώ ο μικρός
επαγγελματίας απειλείται με εξόντωση για μια απόδειξη, οι Δήμοι στην Ελλάδα λειτουργούν σε ένα
καθεστώς ανεξέλεγκτων απευθείας αναθέσεων. Το σύστημα των 30.000 ευρώ και η προσφιλής
μέθοδος της τεχνητής «κατάτμησης» των έργων χρησιμοποιούνται κατά κόρον για να μοιράζεται
δημόσιο χρήμα σε εκλεκτούς της εκάστοτε δημοτικής αρχής. Έτσι, αντί για αξιοκρατία και
ανοιχτούς διαγωνισμούς, συντηρείται μια βαθιά πελατειακή και ψηφοθηρική σχέση. Στο εξωτερικό,
οι απευθείας αναθέσεις αποτελούν τη σπάνια εξαίρεση, καθώς ακόμα και για μικρά ποσά είναι
υποχρεωτική η αναζήτηση πολλαπλών προσφορών μέσω ανοιχτών ψηφιακών πλατφορμών. Στην

Ελλάδα, όμως, το σύστημα προτιμά να κλείνει το μάτι στις πελατειακές σχέσεις των Δήμων, την
ώρα που στραγγαλίζει την πραγματική οικονομία.
Αυτή η επιλεκτική αυστηρότητα κορυφώνεται με ένα βαθιά άδικο φορολογικό σύστημα, το οποίο
βρίσκεται σε πλήρη αναντιστοιχία με την υπόλοιπη Ευρώπη. Ενώ στο εξωτερικό αναγνωρίζεται
ένα αξιοπρεπές αφορολόγητο όριο για τις ατομικές επιχειρήσεις, στην Ελλάδα ο επαγγελματίας
φορολογείται αμείλικτα από το πρώτο ευρώ. Σαν να μην έφτανε αυτό, η εισαγωγή του οριζόντιου
τεκμαρτού εισοδήματος ισοπεδώνει κάθε έννοια φορολογικής δικαιοσύνης. Είναι τουλάχιστον
παράλογο να θεωρείται με το έτσι θέλω ότι ένας μικρός επαγγελματίας σε μια επαρχιακή
κωμόπολη έχει τα ίδια έσοδα, την ίδια πελατεία και τις ίδιες οικονομικές δυνατότητες με μια
επιχείρηση στο κέντρο της Αθήνας.
Η επιβολή υποχρεωτικών μέτρων χωρίς τη δραστική μείωση των τραπεζικών προμηθειών, χωρίς
αφορολόγητο, με δυσβάσταχτα ψηφιακά πάγια που πλουτίζουν τις τράπεζες και τις μεγάλες
εταιρείες λογισμικού, και με αυθαίρετα, τυφλά τεκμήρια οδηγεί τις μικρές επιχειρήσεις σε
μαθηματικό αδιέξοδο. Ο ψηφιακός μετασχηματισμός και η πάταξη της φοροδιαφυγής είναι
απαραίτητα ζητούμενα, αλλά πρέπει να εφαρμόζονται με όρους κοινωνικής δικαιοσύνης. Δεν
μπορεί το κράτος να εξαντλεί την αυστηρότητά του στην απομείωση του μόχθου του μικρού
επαγγελματία, την ώρα που οι πραγματικοί φοροφυγάδες και οι στρατοί των πελατειακών
αναθέσεων συνεχίζουν να κινούνται ανενόχλητοι.

© 2026 Παρασκευόπουλος Λεωνίδας . Με επιφύλαξη παντός δικαιώματος. Αναδημοσίευση επιτρέπεται μόνο με
αναφορά στον συντάκτη

Μοιράσου