Στον αέρα οι ενεργειακές δαπάνες των δημοτικών προϋπολογισμών του 2027 – Αυξήσεις στα τέλη διανομής φυσικού αερίου έως 13,5% ανά περιοχή, την ώρα που οι Δήμοι καλούνται να καταρτίσουν ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς και να καλύψουν το αυξανόμενο κόστος λειτουργίας σχολείων, παιδικών σταθμών, αθλητικών εγκαταστάσεων και δημοτικών κτιρίων.
Μια νέα οικονομική επιβάρυνση έρχεται να προστεθεί στα ήδη αυξημένα λειτουργικά έξοδα των Δήμων, την ώρα που οι δημοτικές αρχές καταρτίζουν τους προϋπολογισμούς του 2027.
Η πρόταση της Enaon EDA για αύξηση των τελών χρήσης του δικτύου διανομής φυσικού αερίου από την 1η Ιανουαρίου 2027 δημιουργεί πρόσθετες πιέσεις στους δημοτικούς προϋπολογισμούς, ιδιαίτερα σε Δήμους που χρησιμοποιούν φυσικό αέριο για τη θέρμανση σχολείων, δημοτικών κτιρίων, κλειστών γυμναστηρίων, κολυμβητηρίων και κοινωνικών δομών.
Το πρόβλημα όμως δεν περιορίζεται στις νέες χρεώσεις. Έρχεται να προστεθεί στη μεγάλη αύξηση των τιμών ενέργειας που έχει ήδη καταγραφεί σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής για τον Σεπτέμβριο του 2026, η τιμή του φυσικού αερίου ήταν αυξημένη κατά 55,2% σε σχέση με τον Σεπτέμβριο του 2025, ενώ το πετρέλαιο θέρμανσης είχε ανατιμηθεί κατά 53,2%.
Πρόκειται για αυξήσεις που επηρεάζουν άμεσα το κόστος λειτουργίας των δημοτικών υποδομών και καθιστούν ιδιαίτερα δύσκολη την πρόβλεψη των ενεργειακών δαπανών για το επόμενο οικονομικό έτος.
Νέες αυξήσεις στα τέλη διανομής από την 1η Ιανουαρίου 2027
Η Enaon EDA, θυγατρική του ομίλου Enaon που ανήκει στην ιταλική Italgas, έχει υποβάλει στη Ρυθμιστική Αρχή Αποβλήτων, Ενέργειας και Υδάτων (ΡΑΑΕΥ) πρόγραμμα ανάπτυξης του δικτύου διανομής φυσικού αερίου για την περίοδο 2027-2031.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του προγράμματος, η μέση χρέωση χρήσης του δικτύου για οικιακούς και εμπορικούς καταναλωτές υπολογίζεται σε 19,86 ευρώ ανά μεγαβατώρα, έναντι 18,58 ευρώ ανά μεγαβατώρα στο προηγούμενο πρόγραμμα.
Η διαφορά αντιστοιχεί σε αύξηση περίπου 6,9%.
Οι επιβαρύνσεις όμως διαφοροποιούνται σημαντικά ανά γεωγραφική περιοχή.
Στην Αττική, η προβλεπόμενη χρέωση για το 2027 διαμορφώνεται σε 13 ευρώ ανά μεγαβατώρα, έναντι 11,90 ευρώ χωρίς τις σχεδιαζόμενες νέες επενδύσεις, δηλαδή αύξηση περίπου 9,2%.
Στη Θεσσαλία, η χρέωση υπολογίζεται σε 7,40 ευρώ ανά μεγαβατώρα, έναντι 6,52 ευρώ, καταγράφοντας αύξηση 13,5%.
Στη Θεσσαλονίκη, η αντίστοιχη επιβάρυνση φτάνει το 12,2%, με τη χρέωση να διαμορφώνεται σε 10,54 ευρώ ανά μεγαβατώρα, έναντι 9,39 ευρώ.
Στην υπόλοιπη Ελλάδα, η διαφορά εμφανίζεται πολύ μικρότερη, με τη χρέωση να διαμορφώνεται σε 6,53 ευρώ ανά μεγαβατώρα, έναντι 6,52 ευρώ.
Οι συγκεκριμένες αυξήσεις αφορούν τη χρέωση διανομής και όχι το σύνολο της τιμής του φυσικού αερίου.Δεν σημαίνουν επομένως ισόποση ποσοστιαία αύξηση στον τελικό λογαριασμό, ο οποίος περιλαμβάνει και το κόστος προμήθειας, άλλες χρεώσεις και φόρους.
Επιπλέον, οι χρεώσεις αυτές αποτελούν αντικείμενο πρότασης και διαβούλευσης και δεν συνιστούν ακόμη οριστικά εγκεκριμένα τιμολόγια.
Φυσικό αέριο 55,2% ακριβότερο από πέρσι
Η πραγματική διάσταση του προβλήματος για την Τοπική Αυτοδιοίκηση αποτυπώνεται στα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ.
Τον Σεπτέμβριο του 2026, ο γενικός Δείκτης Τιμών Καταναλωτή αυξήθηκε κατά 5% σε ετήσια βάση, έναντι αύξησης 1,9% τον αντίστοιχο μήνα του 2025.
Στην κατηγορία της στέγασης, στην οποία περιλαμβάνονται και ενεργειακές δαπάνες των νοικοκυριών, η ετήσια αύξηση έφτασε το 14,7%.
Ιδιαίτερα μεγάλες ήταν οι ανατιμήσεις στα καύσιμα:
- Φυσικό αέριο: +55,2%.
- Πετρέλαιο θέρμανσης: +53,2%.
- Βενζίνη: +22,5%.
Οι αυξήσεις αυτές δεν μεταφέρονται αυτομάτως με τα ίδια ποσοστά σε κάθε δημοτική σύμβαση προμήθειας ενέργειας, καθώς το τελικό κόστος εξαρτάται από τα τιμολόγια, τις συμβάσεις και την πραγματική κατανάλωση.
Ωστόσο, αποτυπώνουν το μέγεθος των ανατιμητικών πιέσεων που αντιμετωπίζουν οι Δήμοι.
Ιδιαίτερα σημαντική είναι η αύξηση του πετρελαίου θέρμανσης, καθώς αρκετές σχολικές μονάδες και δημοτικές εγκαταστάσεις, κυρίως σε περιοχές όπου δεν υπάρχει δίκτυο φυσικού αερίου, εξακολουθούν να χρησιμοποιούν πετρέλαιο.
Έτσι, οι αυξήσεις πλήττουν τους Δήμους ανεξάρτητα από το ενεργειακό σύστημα που χρησιμοποιούν.
Οι προϋπολογισμοί του 2027 καταρτίζονται με αυξημένο ενεργειακό κόστος
Η νέα ενεργειακή επιβάρυνση συμπίπτει με την κατάρτιση των δημοτικών προϋπολογισμών για το οικονομικό έτος 2027.
Με την Κοινή Υπουργική Απόφαση 38667/2026, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Β΄ 4202/10.7.2026, καθορίστηκαν οι οδηγίες κατάρτισης των προϋπολογισμών των Δήμων και των νομικών τους προσώπων.
Οι δημοτικές αρχές καλούνται να προγραμματίσουν τις δαπάνες τους μέσα σε συγκεκριμένο δημοσιονομικό πλαίσιο, εξασφαλίζοντας την ισοσκέλιση των προϋπολογισμών τους.
Αυτό σημαίνει ότι οι αυξημένες ενεργειακές ανάγκες δεν μπορούν απλώς να καταγραφούν ως πρόσθετα έξοδα χωρίς αντίστοιχη πρόβλεψη χρηματοδότησης.
Για τους Δήμους που έχουν ήδη περιορισμένα περιθώρια λειτουργικών δαπανών, κάθε αύξηση στο κόστος ενέργειας συνεπάγεται μεγαλύτερη πίεση στις υπόλοιπες υπηρεσίες.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν οι πιστώσεις που προβλέπονται στους νέους προϋπολογισμούς ανταποκρίνονται στις πραγματικές τιμές της ενέργειας ή αν βασίζονται σε παλαιότερα επίπεδα δαπανών, τα οποία δεν επαρκούν πλέον.
Η απλή μεταφορά των περσινών πιστώσεων στο 2027, χωρίς επικαιροποιημένη εκτίμηση κατανάλωσης και τιμών, ενδέχεται να οδηγήσει σε σημαντικές αποκλίσεις κατά την εκτέλεση του προϋπολογισμού.
Σχολεία, παιδικοί σταθμοί και αθλητικές εγκαταστάσεις στο επίκεντρο
Οι ενεργειακές δαπάνες των Δήμων δεν αποτελούν μια δευτερεύουσα λειτουργική επιβάρυνση.
Συνδέονται άμεσα με τη δυνατότητα παροχής βασικών δημοτικών υπηρεσιών.
Η θέρμανση των σχολείων και των παιδικών σταθμών, η λειτουργία των κλειστών γυμναστηρίων και των κολυμβητηρίων, η ενεργειακή κάλυψη των δημοτικών κτιρίων και των κοινωνικών δομών αποτελούν ανάγκες που δεν μπορούν να ανασταλούν επειδή αυξήθηκε η τιμή της ενέργειας.
Ιδιαίτερα τα δημοτικά κολυμβητήρια, λόγω των αυξημένων αναγκών για θέρμανση νερού και εγκαταστάσεων, μπορούν να εμφανίζουν πολύ υψηλές ενεργειακές καταναλώσεις.
Αντίστοιχα, οι σχολικές μονάδες λειτουργούν κατά τους χειμερινούς μήνες, όταν η ανάγκη θέρμανσης είναι μεγαλύτερη.
Οι νέες χρεώσεις διανομής προγραμματίζεται να εφαρμοστούν από την 1η Ιανουαρίου 2027, δηλαδή ακριβώς στην περίοδο αυξημένης κατανάλωσης για θέρμανση.
Αυτό σημαίνει ότι η επίπτωση στους δημοτικούς προϋπολογισμούς μπορεί να εμφανιστεί ήδη από τους πρώτους μήνες του νέου οικονομικού έτους.
Ποιος θα καλύψει τις πρόσθετες δαπάνες;
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι Δήμοι αντιμετωπίζουν ήδη αυξημένες δαπάνες για προσωπικό, καύσιμα, συντήρηση υποδομών, προμήθειες και υπηρεσίες.
Η αύξηση του ενεργειακού κόστους περιορίζει περαιτέρω τους διαθέσιμους πόρους για άλλες δημοτικές ανάγκες.
Εάν οι πρόσθετες δαπάνες δεν καλυφθούν από αυξημένη κρατική χρηματοδότηση, εξοικονόμηση ενέργειας ή άλλες διαθέσιμες πηγές, οι δημοτικές αρχές θα βρεθούν αντιμέτωπες με την ανάγκη ανακατανομής πιστώσεων.
Αυτό μπορεί να σημαίνει περιορισμό άλλων λειτουργικών εξόδων, καθυστέρηση παρεμβάσεων ή αναθεώρηση προτεραιοτήτων.
Παράλληλα, δημιουργείται ένα ευρύτερο ζήτημα χρηματοδότησης της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.
Δεν είναι δυνατόν να αυξάνεται συνεχώς το κόστος παροχής των δημοτικών υπηρεσιών χωρίς να εξετάζεται αντίστοιχη ενίσχυση των πόρων που διατίθενται στους Δήμους για τη λειτουργία τους.
Το ζήτημα δεν αφορά μόνο τη λογιστική ισοσκέλιση των προϋπολογισμών, αλλά και τη δυνατότητα των Δήμων να διατηρήσουν την ποιότητα των υπηρεσιών που παρέχουν στους πολίτες.
Απαιτείται νέα αποτίμηση των ενεργειακών δαπανών
Υπό αυτές τις συνθήκες, η κατάρτιση των προϋπολογισμών του 2027 απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή στις ενεργειακές προβλέψεις.
Οι οικονομικές και τεχνικές υπηρεσίες των Δήμων χρειάζεται να αποτυπώσουν το πραγματικό κόστος του 2026, να συγκρίνουν τις καταναλώσεις με το 2025 και να εκτιμήσουν τις επιπτώσεις των νέων τιμολογίων.
Η ανάλυση πρέπει να γίνει ανά δημοτική εγκατάσταση και ανά μορφή ενέργειας, ώστε να διαχωρίζεται η αύξηση της τιμής από τυχόν αύξηση της κατανάλωσης.
Παράλληλα, είναι αναγκαίο να εξεταστούν οι δυνατότητες ενεργειακής αναβάθμισης των δημοτικών κτιρίων, αξιοποίησης ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και περιορισμού των απωλειών.
Οι παρεμβάσεις αυτές όμως απαιτούν επενδυτικούς πόρους και χρόνο. Δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν από μόνες τους τις άμεσες οικονομικές πιέσεις του χειμώνα 2026-2027.
Το ενεργειακό κόστος γίνεται ζήτημα βιωσιμότητας των δημοτικών υπηρεσιών
Η νέα πρόταση αύξησης των τελών διανομής φυσικού αερίου έρχεται να αναδείξει ένα διαρθρωτικό πρόβλημα στη χρηματοδότηση των Δήμων.
Οι δημοτικές υπηρεσίες καλούνται να λειτουργήσουν σε περιβάλλον αυξανόμενων τιμών, ενώ οι προϋπολογισμοί τους πρέπει να παραμένουν ισοσκελισμένοι.
Η αύξηση κατά 55,2% της τιμής του φυσικού αερίου σε ετήσια βάση και η προτεινόμενη νέα επιβάρυνση των τελών διανομής για το 2027 καθιστούν επιτακτική την επανεξέταση των ενεργειακών πιστώσεων.
Το ζήτημα πρέπει να απασχολήσει τόσο τις δημοτικές αρχές όσο και την Κεντρική Ένωση Δήμων Ελλάδας, στο πλαίσιο των διεκδικήσεων για την επαρκή χρηματοδότηση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.
Γιατί το ερώτημα δεν είναι μόνο πόσο θα πληρώσουν οι Δήμοι για φυσικό αέριο και πετρέλαιο τον επόμενο χειμώνα. Είναι από ποιους πόρους θα πληρώσουν και ποιες άλλες ανάγκες θα αναγκαστούν να περιορίσουν για να καλύψουν τις νέες επιβαρύνσεις.
Και κυρίως, εάν το πρόσθετο ενεργειακό κόστος θα καλυφθεί από την Πολιτεία ή θα μεταφερθεί τελικά, άμεσα ή έμμεσα, στους δημότες.
Πηγή: my-ota.gr
