Σοβαρές αδυναμίες στον σχεδιασμό, την κατασκευή, την επίβλεψη και κυρίως τη συντήρηση των δημοσίων έργων διαπιστώνει το Ελεγκτικό Συνέδριο, έπειτα από έλεγχο σε 18 Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης πρώτου και δεύτερου βαθμού και 149 κατασκευαστικά έργα διαφόρων φορέων.
Τα συμπεράσματα περιλαμβάνονται στην Ετήσια Έκθεση 2025 του Ελεγκτικού Συνεδρίου, η οποία δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Β΄ 6369/21.10.2026, και αναδεικνύουν μια διαχρονική αδυναμία στη διαχείριση των δημόσιων υποδομών: τα έργα κατασκευάζονται, αλλά δεν συνοδεύονται απαραίτητα από τον αναγκαίο προγραμματισμό για τη λειτουργία, τη συντήρηση και τη διατήρησή τους σε βάθος χρόνου.
Η ειδική έρευνα, με τίτλο «Έργα δημόσιων φορέων: Αντιμετωπίζονται ως επενδύσεις με ορίζοντα τον κύκλο ζωής τους ή ως βραχύβιες παρεμβάσεις χωρίς μακροπρόθεσμο σχεδιασμό;», πραγματοποιήθηκε από 13 Υπηρεσίες Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
Σκοπός ήταν να διερευνηθεί κατά πόσον οι δημόσιοι φορείς αντιμετωπίζουν τα έργα ως μακροπρόθεσμες επενδύσεις, διασφαλίζοντας τη λειτουργία και τη διαθεσιμότητά τους καθ’ όλη τη διάρκεια ζωής τους.
Τα ευρήματα έχουν ιδιαίτερη σημασία για τους Δήμους, καθώς αφορούν τον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζονται και διαχειρίζονται υποδομές όπως δρόμοι, πεζοδρόμια, πλατείες, κοινόχρηστοι χώροι, δημοτικά κτίρια και άλλες τεχνικές εγκαταστάσεις.
Έργα χωρίς ολοκληρωμένο σχεδιασμό για τον κύκλο ζωής τους
Η πρώτη και βασική διαπίστωση του Ελεγκτικού Συνεδρίου είναι ότι δεν υφίσταται ολοκληρωμένο σύστημα διαχείρισης της αξιοποίησης των έργων καθ’ όλο τον κύκλο ζωής τους.
Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι ο σχεδιασμός ενός έργου δεν συνδέεται υποχρεωτικά με μια ολοκληρωμένη εκτίμηση των αναγκών λειτουργίας, των μελλοντικών δαπανών συντήρησης και της διαχρονικής του αποτελεσματικότητας.
Το Ελεγκτικό Συνέδριο διαπιστώνει επίσης ότι η αξιολόγηση της σκοπιμότητας και της βιωσιμότητας των έργων δεν προβλέπεται μέσα από ένα ενιαίο και πλήρες κανονιστικό πλαίσιο και, κατά κανόνα, δεν πραγματοποιείται από τους φορείς.
Επομένως, το ερώτημα δεν είναι μόνο εάν υπάρχουν διαθέσιμα κονδύλια για την κατασκευή ενός έργου, αλλά και εάν έχει προηγηθεί επαρκής αξιολόγηση για το κατά πόσο το έργο ανταποκρίνεται σε πραγματικές ανάγκες και μπορεί να λειτουργεί αποτελεσματικά στο μέλλον.
Για τους Δήμους, η διάσταση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς πολλές υποδομές συνεπάγονται διαρκείς δαπάνες λειτουργίας και συντήρησης, οι οποίες επιβαρύνουν τους δημοτικούς προϋπολογισμούς για πολλά χρόνια μετά την ολοκλήρωση της κατασκευής τους.
Συντήρηση μόνο όταν παρουσιαστεί βλάβη ή υπάρξει αναφορά πολιτών
Μία από τις πλέον χαρακτηριστικές διαπιστώσεις της έρευνας αφορά την απουσία οργανωμένης προληπτικής συντήρησης.
Σύμφωνα με το Ελεγκτικό Συνέδριο, δεν έχει τεθεί σε λειτουργία σύστημα συνολικής και διαρκούς παρακολούθησης της συντήρησης των έργων.
Παράλληλα, δεν προγραμματίζονται κατά κανόνα τακτικές συντηρήσεις και επιθεωρήσεις.
Αντίθετα, οι παρεμβάσεις πραγματοποιούνται κυρίως μετά από αναφορές χρηστών ή όταν εμφανίζονται έκτακτες βλάβες.
Πρόκειται ουσιαστικά για ένα μοντέλο αντιδραστικής διαχείρισης των υποδομών, όπου η διοίκηση επεμβαίνει αφού παρουσιαστεί το πρόβλημα και όχι πριν από αυτό.
Στην περίπτωση των Δήμων, μια τέτοια πρακτική μπορεί να αφορά φθορές στο οδικό δίκτυο, πεζοδρόμια, πλατείες, σχολικά ή άλλα δημοτικά κτίρια και κοινόχρηστες υποδομές.
Η έρευνα δεν καταγράφει ξεχωριστά ποσοστά για κάθε κατηγορία δημοτικού έργου. Ωστόσο, το συνολικό της συμπέρασμα αναδεικνύει την ανάγκη συστηματικού προγραμματισμού της συντήρησης, αντί της αντιμετώπισης μόνο των έκτακτων προβλημάτων.
Υποστελεχωμένες τεχνικές υπηρεσίες και ελλείψεις στην επίβλεψη
Ιδιαίτερα σημαντική είναι και η διαπίστωση για τις αδυναμίες επίβλεψης των κατασκευαστικών έργων.
Το Ελεγκτικό Συνέδριο επισημαίνει ότι δεν παρέχονται επαρκείς εγγυήσεις για την άσκηση ουσιαστικής επίβλεψης, καθώς οι τεχνικές υπηρεσίες είναι υποστελεχωμένες.
Παράλληλα, κατά τον έλεγχο διαπιστώθηκαν σε αρκετές περιπτώσεις:
- Ελλείψεις στην τήρηση ημερολογίων έργων.
- Ελλείψεις στις ανακεφαλαιωτικές εκθέσεις.
- Περιορισμένη παρουσία των επιβλεπόντων στα έργα.
- Ανεπαρκής τεκμηρίωση των ελέγχων ποιότητας.
- Μη αξιοποίηση της δυνατότητας ανάθεσης της επίβλεψης σε εξωτερικούς φορείς.
Οι διαπιστώσεις αυτές αναδεικνύουν τη σχέση μεταξύ της στελέχωσης των τεχνικών υπηρεσιών και της δυνατότητάς τους να παρακολουθούν ουσιαστικά την εκτέλεση των έργων.
Η επίβλεψη δεν αποτελεί απλώς μία διοικητική διαδικασία. Είναι κρίσιμο στάδιο για τον έλεγχο της ποιότητας των εργασιών, της συμμόρφωσης προς τις μελέτες και της ορθής αξιοποίησης των δημόσιων πόρων.
Η υποστελέχωση των τεχνικών υπηρεσιών περιορίζει αντικειμενικά τη δυνατότητα συστηματικής παρακολούθησης, ιδιαίτερα όταν ένας φορέας διαχειρίζεται ταυτόχρονα μεγάλο αριθμό έργων.
Το εύρημα αυτό έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την Αυτοδιοίκηση, όπου η επάρκεια του τεχνικού προσωπικού αποτελεί βασική προϋπόθεση τόσο για την ωρίμανση όσο και για την κατασκευή και παρακολούθηση των δημοτικών έργων.
Χωρίς επαρκή αξιολόγηση των κινδύνων από την κλιματική αλλαγή
Μία ακόμη ουσιαστική αδυναμία αφορά το περιεχόμενο των τεχνικών μελετών.
Το Ελεγκτικό Συνέδριο διαπιστώνει ότι κατά την εκπόνησή τους δεν σταθμίζονται επαρκώς κίνδυνοι όπως τα ακραία καιρικά φαινόμενα, οι γεωτεχνικοί παράγοντες και οι περιβαλλοντικές συνθήκες.
Η συγκεκριμένη επισήμανση αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα υπό τις σημερινές συνθήκες, κατά τις οποίες οι δημόσιες υποδομές καλούνται να ανταποκριθούν σε αυξημένες περιβαλλοντικές και κλιματικές πιέσεις.
Για την Τοπική Αυτοδιοίκηση, η ανθεκτικότητα των έργων απέναντι σε έντονες βροχοπτώσεις, πλημμυρικά φαινόμενα, υψηλές θερμοκρασίες και άλλους κινδύνους αποτελεί βασικό στοιχείο του τεχνικού σχεδιασμού.
Η έκθεση δεν αποδίδει συγκεκριμένες καταστροφές δημοτικών έργων σε αυτές τις ελλείψεις. Καταγράφει, ωστόσο, ότι η εκτίμηση τέτοιων κινδύνων δεν ενσωματώνεται επαρκώς κατά το στάδιο των μελετών.
Έργα χωρίς δείκτες αποτελεσματικότητας
Το Ελεγκτικό Συνέδριο διαπιστώνει επίσης ότι δεν έχουν θεσπιστεί δείκτες απόδοσης για σημαντικές κατηγορίες έργων.
Ακόμη και όταν δεν υπάρχουν γενικοί δείκτες, οι ίδιοι οι δημόσιοι φορείς δεν καθορίζουν κατά κανόνα αντίστοιχα κριτήρια για τα επιμέρους έργα που υλοποιούν.
Αυτό δυσχεραίνει την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητάς τους.
Για παράδειγμα, η αξιολόγηση μιας νέας υποδομής δεν θα πρέπει να εξαντλείται στο εάν ολοκληρώθηκε εντός συγκεκριμένου προϋπολογισμού και χρονοδιαγράμματος.
Θα πρέπει να μπορεί να εξεταστεί και εάν εξυπηρετεί πράγματι τις ανάγκες για τις οποίες κατασκευάστηκε, εάν χρησιμοποιείται επαρκώς, εάν παρουσιάζει συχνές βλάβες και ποιο είναι το πραγματικό κόστος λειτουργίας της.
Πρόκειται για ενδεικτικές παραμέτρους αξιολόγησης που αποκτούν ιδιαίτερη σημασία στον σχεδιασμό των δημοτικών υποδομών.
Ελλιπής διαβούλευση με τους πολίτες πριν από την κατασκευή
Η έρευνα αναδεικνύει και την περιορισμένη ενσωμάτωση της διαβούλευσης στον σχεδιασμό των δημοσίων έργων.
Σύμφωνα με το Ελεγκτικό Συνέδριο, η ουσιαστική διαβούλευση με το κοινό ούτε προβλέπεται με ενιαίο και πλήρη τρόπο στο κανονιστικό πλαίσιο ούτε διενεργείται κατά κανόνα από τους φορείς.
Για τους Δήμους, το ζήτημα αυτό συνδέεται άμεσα με τη συμμετοχή των πολιτών στον καθορισμό των τοπικών προτεραιοτήτων.
Ένα έργο ανάπλασης, μία νέα πλατεία, μία αθλητική εγκατάσταση ή μια παρέμβαση στο οδικό δίκτυο επηρεάζει άμεσα την καθημερινότητα των κατοίκων.
Η ουσιαστική διαβούλευση μπορεί να συμβάλει στον έγκαιρο εντοπισμό των αναγκών και των προβλημάτων που διαφορετικά ενδέχεται να αναδειχθούν μετά την ολοκλήρωση του έργου.
Από την κατασκευή στη διαχρονική διαχείριση των έργων
Τα ευρήματα του Ελεγκτικού Συνεδρίου αναδεικνύουν μια ουσιαστική διάκριση: άλλο η κατασκευή ενός έργου και άλλο η διαχείρισή του ως δημόσιας επένδυσης με μακροχρόνια διάρκεια.
Η ολοκλήρωση μιας υποδομής δεν σημαίνει ότι ολοκληρώνονται και οι υποχρεώσεις του φορέα που τη διαχειρίζεται.
Αντίθετα, από τη στιγμή που ένα έργο παραδίδεται προς χρήση αρχίζει μία νέα περίοδος, κατά την οποία απαιτούνται παρακολούθηση, επιθεωρήσεις, συντηρήσεις και αξιολόγηση της λειτουργίας του.
Για τους Δήμους, αυτή η διάσταση έχει και άμεσο δημοσιονομικό περιεχόμενο.
Ένα έργο μπορεί να χρηματοδοτηθεί από εθνικούς ή ευρωπαϊκούς πόρους, αλλά η μελλοντική συντήρησή του να εξαρτάται από τα τακτικά έσοδα και τις διαθέσιμες πιστώσεις του δημοτικού προϋπολογισμού.
Κατά συνέπεια, ο προγραμματισμός της συντήρησης και των λειτουργικών δαπανών πρέπει να αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του σχεδιασμού των δημοτικών επενδύσεων.
Το κρίσιμο ζήτημα για τους Δήμους: Ποιος εξασφαλίζει ότι τα έργα θα παραμείνουν λειτουργικά;
Η έρευνα του Ελεγκτικού Συνεδρίου δεν αποτελεί αξιολόγηση όλων των δημοτικών έργων της χώρας. Βασίζεται σε συγκεκριμένο ελεγκτικό δείγμα και αναδεικνύει αδυναμίες στο σύστημα διαχείρισης των δημόσιων υποδομών.
Ωστόσο, τα συμπεράσματά της θέτουν ουσιαστικά ερωτήματα για τον τρόπο οργάνωσης των τεχνικών προγραμμάτων και των δημοτικών επενδύσεων.
Πριν από την κατασκευή ενός έργου, έχει αξιολογηθεί επαρκώς η σκοπιμότητα και η βιωσιμότητά του;
Έχει προβλεφθεί το κόστος συντήρησης και έχουν εξασφαλιστεί οι αναγκαίοι μηχανισμοί παρακολούθησης;
Διαθέτουν οι τεχνικές υπηρεσίες το απαιτούμενο προσωπικό για την επίβλεψη των εργασιών;
Υπάρχει σύστημα τακτικών επιθεωρήσεων ή οι παρεμβάσεις πραγματοποιούνται μόνο όταν εμφανίζονται βλάβες;
Αυτά είναι τα ζητήματα που αναδεικνύονται από την έκθεση.
Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η αποτελεσματικότητα ενός δημοτικού έργου δεν μπορεί να κρίνεται μόνο από την κατασκευή και την παράδοσή του, αλλά από την πραγματική χρησιμότητα, την ασφάλεια, τη λειτουργία και τη διατήρησή του στο πέρασμα του χρόνου.
Η μετάβαση από την αποσπασματική αντιμετώπιση βλαβών στον προγραμματισμό της διαρκούς συντήρησης, η ουσιαστική ενίσχυση των τεχνικών υπηρεσιών και η αξιολόγηση των επενδύσεων με βάση ολόκληρο τον κύκλο ζωής τους αποτελούν τα βασικά ζητήματα που θέτει η έρευνα για τη διαχείριση των δημοτικών υποδομών.
Πηγή: Ελεγκτικό Συνέδριο, Ετήσια Έκθεση 2025, ΦΕΚ Β΄ 6369/21.10.2026, σελ. 41, ενότητα 11: «Έργα δημόσιων φορέων: Αντιμετωπίζονται ως επενδύσεις με ορίζοντα τον κύκλο ζωής τους ή ως βραχύβιες παρεμβάσεις χωρίς μακροπρόθεσμο σχεδιασμό;» (Έκθεση Ελέγχου 4/2026).
