Ο θεσμός της εμποροπανήγυρης, αποτελούσε πάντοτε μια μακραίωνη, λαϊκή παράδοση, με ρίζες στην ελληνική αρχαιότητα. Ρίζες που γίνονται ακόμα βαθύτερες στο Βυζάντιο ενσωματώνοντας και συνδυάζοντας αρμονικά το θρησκευτικό με το εμπορικό στοιχείο. Αυτά τα στοιχεία όχι μόνο υποστηρίζονταν, αλλά και προστατεύονταν από το Δίκαιο της εποχής, καθώς συνέβαλαν ουσιαστικά τόσο στην οικονομική, όσο και στην κοινωνική ζωή.
Ως κοινωνικές εκδηλώσεις αποτελούσαν πάντα ευκαιρίες ξεγνοισιάς, διασκέδασης αλλά και επανένωσης των ανθρώπων. Ειδικά για τους «γυρολόγους», πραματευτάδες, τσαμπάσηδες (ζωέμπορους), τεχνίτες, μουσικούς κ.α. όπως και όσους, περιστασιακά ασχολούνταν με τις κάθε λογής αγοραπωλησίες, υπήρξαν πάντοτε τόποι έντονης και ευρείας οικονομικής και εμπορικής δραστηριότητας.
Στις μέρες μας, όπως και παλιά, οι εμποροπανήγυρεις – και όχι τα καθ΄αυτώ μουσικά «πανηγύρια» – πραγματοποιούνται κατά τόπους στην ελληνική περιφέρεια, με κέντρο βάρους τον εορτασμό κάποιου ή κάποιων τοπικών Αγίων, λαμβάνοντας μορφή καθιερωμένου, τοπικού εθίμου. Μία τέτοια εμποροπανήγυρη είναι και αυτή που τελείται στην πόλη της Μεγαλόπολης, την παραμονή και ανήμερα (ενίοτε και περισσότερες ημέρες) της εορτής των Ισαποστόλων Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης. Ένα πανηγύρι με βαθιές ρίζες στα τοπικά δρώμενα από τα πολύ παλιά χρόνια, τότε που παραδοσιακά αυτές οι εκδηλώσεις περιελάμβαναν πάντοτε πλήθος οικόσιτων, παραγωγικών ζώων προς πώληση, όπως και παρουσία παραδοσιακών οργανοπαιχτών, που διασκέδαζαν τον κόσμο με τα τραγούδια τους.
Βέβαια στις μέρες μας αυτές οι ιδιαιτερότητες έχουν εκλείψει, αφήνοντας πίσω τους μόνο πλανόδιους εμπόρους, που στήνουν τους πάγκους τους σε προκαθορισμένα σημεία, πουλώντας την πραμάτεια τους, πάντα βάσει των σημερινών αναγκών και του σύγρονου τρόπου ζωής.
Ωστόσο, στη δική μας περίπτωση, το παραδοσιακό αυτό πανηγύρι παρουσιάζει κάθε χρόνο σε επίπεδο ενδιαφέροντος, φθίνουσα πορεία και μάλιστα χωρίς σημάδια ανάκαμψης. Παρατηρείται δε αυτό, τόσο σε επίπεδο συμμετεχόντων εμπόρων, όσο και σε αυτό των επισκεπτών, είτε είναι ντόπιοι, είτε επισκέπτες που έρχονται από όμορες πόλεις, κωμοπόλεις και χωριά, ακόμα και από την Αθήνα, συνδυάζοντας ολιγοήμερες διακοπές. Ειδικά για εφέτος (2026), η εικόνα ήταν αποκαρδιωτική, αφού περιελάμβανε και χωρικό περιορισμό, με οριοθέτηση των πάγκων εώς την οδό Ανδριοπούλου, στερώντας ζωτικό, εμπορικό χώρο, δύο ακόμα οικοδομικών τετραγώνων, εώς την κεντρική Παπαναστασίου-Κολοκοτρώνη. Προφανώς σε αυτό συνέβαλε και το ανάλογο ενδιαφέρον συμμετοχής από μεριάς εμπόρων. Ο καιρός από την άλλη, αποτέλεσε έναν αρνητικό, όχι όμως ανασταλτικό παράγοντα, μιας και οι άνθρωποι αυτοί είναι μαθημένοι στις καιρικές συνθήκες, από τη φύση της εργασίας τους. Ίσως και το αντίστοιχο πανηγύρι στο γειτονικό Άστρος την επομένη, να επηρέασε στο «άρον άρον» μάζεμα των πάγκων από τους εμπόρους, οι οποίοι έδειχναν καθ΄όλη τη διάρκεια σημάδια οικονομικής κούρασης.
Που οφείλονται τελικά όλα αυτά; Μήπως στο υψηλό για τους συμμετέχοντες εμπόρους, κόστος των τελών κατάληψης του δρόμου για τους πάγκους; Είναι κάτι που μπορεί και να ρυθμιστεί, αφού μιλάμε για απλό «αέρα». Μήπως στην έλλειψη ενδιαφέροντος του κόσμου, κάτι που παρατηρείται γενικά κάθε μέρα στην πόλη μας, πλήν των μεγάλων εορτών; (και εκεί πάλι με «αστερίσκο»). Μήπως στη «βαρετή» τήρηση του εθίμου, χωρίς περαιτέρω οργάνωση ή εμπλουτισμό του και με άλλες εκδηλώσεις, όπως μουσική και παραδοσιακούς χορούς, διεξαγωγή αθλητικών και καλλιτεχνικών αγώνων, θεατρικά δρώμενα, παιδότοπους, παραδοσιακή γαστρονομία κ.α.;
Το σίγουρο είναι πως η περιρέουσα ατμόσφαιρα δεν είναι θετική, υπάρχει βαρυθυμία και ακεφιά στον κόσμο, στοιχεία που οδηγούν αναπόφευκτα σε έλλειψη ενδιαφέροντος και συμμετοχής. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον προσπαθεί να «επιβιώσει» και το παμπάλαιο αυτό έθιμο, η Θρησκευτική Εμποροπανήγυρις των Αγίων Κων/νου και Ελένης, που αναγκαστικά χρειάζεται επαναπροσδιορισμό και επανασχεδιασμό.
Θα τα καταφέρει;
Παγιώτας Παναγιώτης
