Ζούμε σε μια εποχή που η τοπική επικαιρότητα φαίνεται να έχει μετατοπιστεί από τα πραγματικά προβλήματα των υποδομών, της ανάπτυξης και της καθημερινότητας, στα ψηφιακά καφενεία των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Και το χειρότερο είναι ότι, αντί να προσπερνάμε την ψηφιακή τοξικότητα με θεσμική ψυχραιμία, γινόμαστε μάρτυρες αποφάσεων που διεκδικούν… πρωτοτυπία πανελλαδικού επιπέδου. Στο Δημοτικό Συμβούλιο Μεγαλόπολης (Απόφαση 223/2026), παρακολουθήσαμε μια συζήτηση που αφήνει μια πικρή γεύση απογοήτευσης. Αφορμή στάθηκαν οι ανυπόστατες φήμες που κυκλοφόρησαν τις τελευταίες ημέρες σε ανώνυμα προφίλ στο διαδίκτυο σχετικά με την υποτιθέμενη δημιουργία δομών φιλοξενίας μεταναστών στην περιοχή — φήμες που αναμφίβολα προκαλούν αδικαιολόγητη αναστάτωση και φόβο στους πολίτες. Όμως, ποια ήταν η θεσμική απάντηση;
Η λήψη μιας απόφασης (κατά πλειοψηφία) για την προσφυγή στη Δίωξη Ηλεκτρονικού Εγκλήματος και την ανάθεση σε εξειδικευμένο δικηγορικό γραφείο, το οποίο θα κυνηγά… «κουκουλοφόρους» του διαδικτύου και αναρτήσεις στα social media. Μια θεσμική «πρωτοτυπία» που προβληματίζει Όπως ορθώς παρατηρήθηκε ακόμα και κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης, αν περάσει αυτή η λογική, πρόκειται για μια πρωτοφανή πρωτοτυπία για τα ελληνικά αυτοδιοικητικά δεδομένα. Ένας Δήμος να αποφασίζει συλλογικά τη συγκρότηση μιας «νομικής ασπίδας» απέναντι στο τι γράφεται σε ανώνυμα sites και ψηφιακά προφίλ. Η απογοήτευση δεν έγκειται στο αν πρέπει να καταδικαστεί η παραπληροφόρηση.
Φυσικά και η εσκεμμένη διασπορά ψευδών ειδήσεων, ειδικά σε μια ευαίσθητη περιοχή που προσπαθεί να σταθεί στα πόδια της μετά την απολιγνιτοποίηση, είναι επιζήμια. Η απογοήτευση πηγάζει από το γεγονός ότι ο κορυφαίος δημοκρατικός θεσμός της πόλης αναλώνεται σε ψηφιακές διαμάχες. Ο κίνδυνος του διολισθήματος Όταν η Τοπική Αυτοδιοίκηση αισθάνεται την ανάγκη να θεσπίσει «μόνιμη ελεγκτική νομική ομπρέλα» για τα δημοσιεύματα, το όριο ανάμεσα στην προστασία της κοινωνίας και στον περιορισμό της κριτικής γίνεται επικίνδυνα δυσδιάκριτο. ο νόμος παρέχει ήδη σε κάθε προσβαλλόμενο άτομο το δικαίωμα να προσφύγει στη Δικαιοσύνη.
Το να μετατρέπεται όμως η αντιμετώπιση των trolls του διαδικτύου σε κεντρική πολιτική επιλογή ενός Δήμου, απλά αναδεικνύει το πόσο χαμηλά έχει πέσει ο πήχης του δημόσιου διαλόγου. Αντί να απαντάμε στον πανικό και στις ανυπόστατες φήμες με έργα, με διαφάνεια, με συνεχή και έγκυρη ενημέρωση, επιλέγουμε τη νομική οδό για να «εντοπίσουμε τους διαχειριστές».
Ίσως πράγματι να διεκδικούμε την πρωτοτυπία ως ο πρώτος Δήμος που οργανώνει νομική αντεπίθεση απέναντι στα ανώνυμα σχόλια του Facebook. Το ερώτημα όμως παραμένει: είναι αυτή η εικόνα που θέλουμε να εκπέμπει η αυτοδιοίκηση το 2026; Ή μήπως είναι απλώς η επιβεβαίωση ότι τα social media κατάφεραν, για άλλη μια φορά, να αποπροσανατολίσουν την ουσία της πολιτική
