Σε ένα ενιαίο ψηφιακό σύστημα καταγραφής του χρόνου εργασίας περνούν Δημόσιο, Δήμοι και λοιποί δημόσιοι φορείς. Η προσέλευση, η αποχώρηση, οι μεταβολές του ημερήσιου ωραρίου και, κατ’ επέκταση, οι πραγματικές ώρες υπερωριακής απασχόλησης θα μπορούν πλέον να ελέγχονται ηλεκτρονικά και να συνδέονται με τη μισθοδοσία.

Η σημαντική αλλαγή προβλέπεται στο άρθρο 102 του νομοσχεδίου του Υπουργείου Εσωτερικών, το οποίο ψηφίστηκε από τη Βουλή στις 15 Σεπτεμβρίου 2026 και αφορά, μεταξύ άλλων, την αναμόρφωση του συστήματος βαθμολογικών προαγωγών και επιλογής προϊσταμένων στο Δημόσιο. (Hellenic Parliament)

Για πρώτη φορά θεσπίζεται ένα ενιαίο ηλεκτρονικό σύστημα καταγραφής εισόδου και εξόδου, στο οποίο εντάσσονται οι υπάλληλοι που υπάγονται στον Κώδικα Δημοσίων Υπαλλήλων, οι δημοτικοί και κοινοτικοί υπάλληλοι, καθώς και κάθε άλλη κατηγορία προσωπικού που απασχολείται στους συγκεκριμένους δημόσιους φορείς με σχέση εργασίας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, αορίστου ή ορισμένου χρόνου.

Εξαιρούνται οι φορείς οι οποίοι έχουν ήδη υποχρέωση σήμανσης ψηφιακής κάρτας εργασίας με βάση τον Κώδικα Εργατικού Δικαίου.

Το Υπουργείο Εσωτερικών θα έχει εικόνα του ωραρίου

Η ουσιαστικότερη διαφορά σε σχέση με ό,τι ισχύει σήμερα είναι ότι η καταγραφή της παρουσίας δεν θα αποτελεί πλέον αποκλειστικά μια εσωτερική διαδικασία του κάθε Δήμου, υπουργείου ή οργανισμού.

Το νέο σύστημα θα διαλειτουργεί σε πραγματικό χρόνο με το Σύστημα Διαχείρισης Ανθρώπινου Δυναμικού (Σ.Δ.Α.Δ.) του Υπουργείου Εσωτερικών, καθώς και με τα πληροφοριακά συστήματα ανθρώπινου δυναμικού και ωρομέτρησης των επιμέρους φορέων.

Με απλά λόγια, δημιουργείται για το Δημόσιο μια κεντρική υποδομή αντίστοιχης φιλοσοφίας με την Ψηφιακή Κάρτα Εργασίας στον ιδιωτικό τομέα: η ώρα προσέλευσης και αποχώρησης δεν θα παραμένει απλώς στο «ρολόι» ή στο αρχείο προσωπικού ενός φορέα, αλλά θα εντάσσεται σε ένα ενιαίο και ελέγξιμο πληροφοριακό περιβάλλον.

Τα υφιστάμενα συστήματα ωρομέτρησης που διαθέτουν σήμερα Δήμοι και άλλοι δημόσιοι φορείς δεν θα μπορούν πλέον να λειτουργούν ως αυτοτελείς βάσεις καταγραφής. Θα μπορούν να διατηρηθούν μόνο εφόσον εξασφαλίζεται η διαλειτουργικότητά τους με το νέο κεντρικό σύστημα.

Πρακτικά, αυτό σημαίνει ότι Δήμοι που ήδη διαθέτουν ηλεκτρονικά «ρολόγια», κάρτες προσωπικού ή εφαρμογές διαχείρισης ανθρώπινου δυναμικού θα χρειαστεί να εξασφαλίσουν την τεχνική σύνδεσή τους με το νέο περιβάλλον.

Τι ακριβώς θα καταγράφει η ψηφιακή κάρτα

Η διάταξη είναι σαφής: μέσω της ψηφιακής κάρτας εργασίας θα καταγράφονται:

  • η ώρα προσέλευσης,
  • η ώρα αποχώρησης,
  • κάθε μεταβολή του ημερήσιου ωραρίου.

Έτσι δημιουργείται ένα ηλεκτρονικό ιστορικό του πραγματικού χρόνου εργασίας κάθε υπαλλήλου.

Τα στοιχεία αυτά αποκτούν ιδιαίτερη σημασία διότι ο νόμος προβλέπει ρητά ότι μπορούν να χρησιμοποιούνται και για τον υπολογισμό αποδοχών και αποζημιώσεων υπερωριακής απασχόλησης, μέσω των αντίστοιχων πληροφοριακών συστημάτων εκκαθάρισης της μισθοδοσίας.

Αυτό είναι και το σημείο που μπορεί να αλλάξει ουσιαστικά το σημερινό σύστημα υπερωριακής απασχόλησης.

Οι πραγματικές υπερωρίες στο επίκεντρο

Μέχρι σήμερα στους δημόσιους φορείς συνυπάρχουν διαφορετικά συστήματα καταγραφής του ωραρίου.

Υπάρχουν υπηρεσίες με ηλεκτρονικά συστήματα και κάρτες, άλλες που εφαρμόζουν μικτό σύστημα ηλεκτρονικής και χειρόγραφης καταγραφής –ιδιαίτερα όταν το προσωπικό απασχολείται σε διαφορετικά κτήρια ή εγκαταστάσεις– και άλλες στις οποίες εξακολουθεί να χρησιμοποιείται χειρόγραφο παρουσιολόγιο.

Η πολυμορφία αυτή δυσκολεύει τη δημιουργία ενιαίας και αξιόπιστης εικόνας τόσο για την τήρηση του ωραρίου όσο και για την πραγματική υπερωριακή απασχόληση.

Με το νέο σύστημα, η λογική αλλάζει: η υπερωρία θα μπορεί να διασταυρώνεται με τον πραγματικά καταγεγραμμένο χρόνο εργασίας.

Η ίδια η Ανάλυση Συνεπειών της Ρύθμισης αναφέρει μεταξύ των στόχων του συστήματος την ακριβή και σε πραγματικό χρόνο τήρηση του ωραρίου, την ενίσχυση της διαφάνειας και της λογοδοσίας και την προστασία των υπαλλήλων από αμφισβητούμενη υπερωριακή απασχόληση.

Επομένως, η ψηφιακή κάρτα δημιουργεί τις προϋποθέσεις για να περιοριστεί η πρακτική κατά την οποία εγκρίνονται ή κατανέμονται εκ των προτέρων συγκεκριμένες ώρες υπερωριακής απασχόλησης χωρίς να υπάρχει αντίστοιχα ισχυρός μηχανισμός ηλεκτρονικής επαλήθευσης του πραγματικού χρόνου εργασίας.

Δεν σημαίνει ότι η ψήφιση της διάταξης από μόνη της καταργεί αυτομάτως κάθε περίπτωση καταχρηστικής ή ανακριβούς δήλωσης υπερωριών. Σημαίνει όμως ότι δημιουργείται πλέον ψηφιακό αποτύπωμα βάσει του οποίου οι δηλωμένες και πληρωτέες υπερωρίες θα μπορούν να ελέγχονται και να διασταυρώνονται.

Ποιος θα ελέγχει τους υπαλλήλους

Κεντρικό ρόλο στο νέο σύστημα αποκτούν οι προϊστάμενοι.

Σύμφωνα με τη ρύθμιση, οι προϊστάμενοι των οργανικών μονάδων έχουν την ευθύνη να μεριμνούν για την ορθή εφαρμογή των κανόνων τήρησης του ωραρίου και να ελέγχουν την ορθότητα των στοιχείων του προσωπικού που εποπτεύουν.

Η πρόσβαση δεν είναι απεριόριστη.

Κάθε προϊστάμενος θα μπορεί να βλέπει αποκλειστικά τα δεδομένα των υπαλλήλων που βρίσκονται υπό την εποπτεία του, μέσω του Σ.Δ.Α.Δ. και των αντίστοιχων συστημάτων ωρομέτρησης.

Για τους Δήμους, επομένως, δεν πρόκειται μόνο για εγκατάσταση μιας νέας κάρτας. Θα απαιτηθεί και οργανωτική προσαρμογή των υπηρεσιών προσωπικού, των προϊσταμένων και των συστημάτων μισθοδοσίας.

Βιομετρικός έλεγχος μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η δυνατότητα χρήσης βιομετρικής τεχνολογίας για την ταυτοποίηση και την καταγραφή της φυσικής παρουσίας των υπαλλήλων.

Δεν πρόκειται όμως για τον γενικό τρόπο λειτουργίας της ψηφιακής κάρτας.

Η χρήση βιομετρικών στοιχείων επιτρέπεται κατ’ εξαίρεση και μόνο εφόσον τεκμηριωθεί ειδικά ότι ηπιότερα μέσα ελέγχου είτε εφαρμόστηκαν και αποδείχθηκαν ανεπαρκή είτε, βάσει συγκεκριμένων και επαληθεύσιμων στοιχείων, θεωρούνται εκ των προτέρων απρόσφορα. Απαιτείται επίσης η τήρηση ειδικών εγγυήσεων προστασίας προσωπικών δεδομένων και διαβούλευση με την Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα.

Η δυνατότητα προβλέπεται κυρίως σε δύο κατηγορίες περιπτώσεων.

Η πρώτη αφορά χώρους στους οποίους απαιτείται ιδιαίτερα αυστηρός έλεγχος πρόσβασης λόγω διαβαθμισμένων εγκαταστάσεων, κρίσιμων υποδομών ή ζητημάτων εθνικής ασφάλειας.

Η δεύτερη είναι ιδιαίτερα σημαντική για το Δημόσιο και την Αυτοδιοίκηση: βιομετρικός έλεγχος μπορεί να εφαρμοστεί όταν σε έναν φορέα έχουν διαπιστωθεί, έπειτα από έλεγχο της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας ή από πειθαρχική διαδικασία, επαναλαμβανόμενες και ουσιώδεις παραβάσεις της τήρησης του ωραρίου μέσα σε χρονικό διάστημα δώδεκα μηνών.

Ακόμη και τότε, το μέτρο πρέπει να είναι αναγκαίο και αναλογικό.

Αυστηρά όρια στα προσωπικά δεδομένα

Η ψηφιακή κάρτα δεν δίνει στο Δημόσιο απεριόριστη δυνατότητα παρακολούθησης των εργαζομένων.

Η διάταξη προβλέπει ότι τα δεδομένα μπορούν να χρησιμοποιούνται μόνο για συγκεκριμένους σκοπούς, μεταξύ των οποίων η τήρηση του ωραρίου, η ταυτοποίηση κατά την είσοδο και έξοδο, ο υπολογισμός αποδοχών και υπερωριών, η στατιστική επεξεργασία και ο έλεγχος νομιμότητας.

Αντίθετα, απαγορεύεται ρητά η χρήση τους:

για γεωγραφική παρακολούθηση του υπαλλήλου, για αποκλειστικά αυτοματοποιημένη λήψη αποφάσεων ή κατάρτιση προφίλ, καθώς και για εξαγωγή συμπερασμάτων σχετικά με την υγεία, τη συνδικαλιστική δράση, τις θρησκευτικές πεποιθήσεις ή άλλες ειδικές κατηγορίες προσωπικών δεδομένων.

Η υλοποίηση και υποστήριξη του κεντρικού συστήματος ανατίθεται στην Κοινωνία της Πληροφορίας Μ.Α.Ε., ενώ για τα δεδομένα που τηρούνται στο κεντρικό σύστημα υπεύθυνος επεξεργασίας θα είναι το Υπουργείο Εσωτερικών.

Τι σημαίνει για τους Δήμους

Η εφαρμογή της ψηφιακής κάρτας στους ΟΤΑ έχει ιδιαίτερη πολυπλοκότητα.

Ένας Δήμος δεν λειτουργεί όπως μία υπηρεσία που στεγάζεται σε ένα κτήριο. Προσωπικό μπορεί να εργάζεται στο Δημαρχείο, σε ΚΕΠ, κοινωνικές δομές, τεχνικές υπηρεσίες, αμαξοστάσια, συνεργεία, δημοτικά καταστήματα, αθλητικές εγκαταστάσεις, παιδικούς σταθμούς ή στο πεδίο.

Η εφαρμογή του συστήματος θα πρέπει επομένως να μπορεί να καλύψει διαφορετικούς τόπους και διαφορετικές μορφές εργασίας, χωρίς να μετατραπεί σε ένα ακόμη παράλληλο πληροφοριακό σύστημα.

Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο η διαλειτουργικότητα με τα συστήματα που ήδη χρησιμοποιούν οι φορείς αποκτά κρίσιμη σημασία.

Ταυτόχρονα, το νέο πλαίσιο μπορεί να αποτελέσει σημαντικό εργαλείο και για την προστασία των ίδιων των εργαζομένων, αφού η πραγματική υπερωριακή εργασία, η εργασία πέραν του κανονικού ωραρίου και οι μεταβολές του χρόνου απασχόλησης αποκτούν πλέον ηλεκτρονικά καταγεγραμμένο αποτύπωμα.

Πόσο πληρώνονται σήμερα οι υπερωρίες

Η αμοιβή της υπερωριακής εργασίας στο Δημόσιο συνδέεται με τον βασικό μισθό του μισθολογικού κλιμακίου του κάθε εργαζομένου.

Το ωρομίσθιο υπολογίζεται ως 1/280 του βασικού μισθού του αντίστοιχου μισθολογικού κλιμακίου, ενώ για νυχτερινή εργασία, Κυριακές και εξαιρέσιμες ημέρες προβλέπονται οι αντίστοιχες προσαυξήσεις. (Ministry of Economy and Finance)

Από τον Απρίλιο του 2026 οι βασικοί μισθοί των δημοσίων υπαλλήλων αυξήθηκαν οριζόντια κατά 40 ευρώ μικτά τον μήνα, με το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών να επισημαίνει ότι αυξήθηκαν αντίστοιχα και οι αμοιβές που συνδέονται με τον βασικό μισθό, όπως οι υπερωρίες. (Ministry of Economy and Finance)

Από το παρουσιολόγιο σε πραγματικό ψηφιακό χρόνο εργασίας

Η ψηφιακή κάρτα στο Δημόσιο είναι τελικά κάτι περισσότερο από ένα νέο σύστημα «χτυπήματος κάρτας».

Για πρώτη φορά επιδιώκεται να δημιουργηθεί ενιαία, κεντρική και ηλεκτρονικά ελέγξιμη εικόνα του πραγματικού χρόνου εργασίας στο Δημόσιο και στους ΟΤΑ.

Αν το σύστημα εφαρμοστεί όπως προβλέπει η νομοθετική ρύθμιση, οι Δήμοι και οι δημόσιες υπηρεσίες θα γνωρίζουν με μεγαλύτερη ακρίβεια ποιος εργάζεται, πότε προσέρχεται και αποχωρεί, ποιες μεταβολές πραγματοποιούνται στο ωράριό του και ποια υπερωριακή απασχόληση έχει πράγματι καταγραφεί.

Αυτό μπορεί να λειτουργήσει προς δύο κατευθύνσεις: από τη μία να περιορίσει περιπτώσεις καταστρατήγησης του ωραρίου ή πληρωμής μη επαρκώς τεκμηριωμένων υπερωριών και από την άλλη να κατοχυρώσει την πραγματική πρόσθετη εργασία των υπαλλήλων που πράγματι εργάζονται πέραν του κανονικού τους ωραρίου.

Το κρίσιμο επόμενο βήμα θα είναι οι κανονιστικές και τεχνικές αποφάσεις εφαρμογής, καθώς το άρθρο 102 προβλέπει περαιτέρω εξειδίκευση του τρόπου λειτουργίας, της διαλειτουργικότητας και των ενδεχόμενων εξαιρέσεων για συγκεκριμένους φορείς ή κατηγορίες προσωπικού.

Πηγή: myota.gr

Μοιράσου