Στο Finnskogen της Νορβηγίας, κάνα δυο ώρες από το Όσλο, προς τα σύνορα με τη Σουηδία υπάρχει το λεγόμενο Δάσος των Φινλανδών.  Ένα μεγάλο δάσος με πεύκα, έλατα και λεύκες, λίμνες κρυμμένες ανάμεσα στα δέντρα, χωματόδρομους καθαρούς και ήσυχους και μονοπάτια που πατήθηκαν πριν από χρόνια από Φινλανδούς μετανάστες.

Γράφει η Σίσσυ Στρέμπα 

Εκεί, μέσα στα δέντρα, κάποιοι άνθρωποι έφτιαξαν τρεις μικρές ξύλινες καμπίνες, ψηλά πάνω από το έδαφος, ανάμεσα στα κλαδιά. Τις είπαν PAN Treetop Cabins. PAN. Από τον Πάνα. Τον δικό μας Πάνα. Τον Αρκάδα θεό των βουνών, των δασών, των κοπαδιών και των βοσκών. Δεν τις είπαν Οντίν, ούτε Θορ, ούτε κανένα σκανδιναβικό όνομα. Πήραν τον Πάνα της Αρκαδίας και τον έβαλαν μέσα στο νορβηγικό δάσος. Και δεν τον έβαλαν εκεί για να λατρέψουν έναν αρχαίο θεό. Ούτε για να αναστήσουν την αρχαία θρησκεία. Τον πήραν για αυτό που έχει απομείνει από εκείνον ύστερα από δυόμισι χιλιάδες χρόνια… για το σύμβολο της φύσης. Για το βουνό. Για το δάσος. Για την ησυχία. Για την απλή ζωή. Για εκείνη την παλιά ανθρώπινη ανάγκη να φύγει ο άνθρωπος λίγο από τον θόρυβο και να ξαναβρεί τον εαυτό του μέσα στη φύση.

Οι καμπίνες είναι μικρές. Έχουν μια κουζίνα, ένα καθιστικό, ένα μπάνιο, ένα κρεβάτι λίγο ψηλότερα, ξύλο παντού και μεγάλα παράθυρα. Το πρωί ανοίγεις τα μάτια και βλέπεις το δάσος. Το απόγευμα βλέπεις το φως να πέφτει πάνω στη λίμνη. Το βράδυ ακούς τους ήχους του δάσους. Μπορείς να περπατήσεις, να κάνεις ποδήλατο, να μπεις σε ένα κανό και να κινηθείς αθόρυβα πάνω στο νερό. Μπορεί να δεις ίχνη κάστορα στους κορμούς, μπορεί να ακούσεις έναν να βουτάει στο νερό, μπορεί να καθίσεις μετά δίπλα στη φωτιά και να πιεις ένα ζεστό τσάι. Μπορείς να κάνεις γιόγκα κάτω από τα δέντρα. Μπορείς να μπεις στο ξύλινο hot tub και να έχεις για τέταρτο τοίχο τα δέντρα. Και μπορείς, κυρίως, να μην κάνεις τίποτα. Αυτό είναι το παράξενο.

Το «τίποτα» έγινε σήμερα τουριστικό προϊόν. Και μάλιστα ακριβό. Να πληρώσεις για να μην κάνεις τίποτα. Να πληρώσεις για να ησυχάσεις. Να πληρώσεις για να μην ανοίξεις το κινητό. Να πληρώσεις για να ξαναδείς ένα δέντρο χωρίς να το φωτογραφίσεις. Και οι Νορβηγοί το κατάλαβαν. Το κατάλαβαν τόσο καλά, ώστε έδωσαν σε αυτή την εμπειρία το όνομα ενός θεού της Αρκαδίας.

norvipan

Ο Πάνας έχει χάσει εδώ και χιλιάδες χρόνια την ιδιότητα του θεού. Δεν τον λατρεύει κανείς. Δεν υπάρχουν πια οι αρχαίοι βωμοί του ούτε οι ποιμένες που του προσφέρουν θυσίες. Έμεινε όμως η ιδέα. Και η ιδέα ταξίδεψε. Ταξίδεψε από τα αρκαδικά βουνά στην Ευρώπη, από την αρχαία μυθολογία στη ζωγραφική, στην ποίηση, στη μουσική, στη λογοτεχνία, στην αρχιτεκτονική και σήμερα στον τουρισμό.

Το Arcadia έγινε διεθνές όνομα και ιδέα. Έγινε ένας τόπος που μπορεί να μην υπάρχει ακριβώς πουθενά και να υπάρχει παντού. Ο τόπος της απλότητας, της φυσικής ζωής, της ησυχίας, του ανθρώπου που ξαναβρίσκει τη σχέση του με το τοπίο.

Κι εδώ αρχίζει η δική μας ιστορία. Γιατί ο Πάνας, αφού ταξίδεψε σε όλον τον κόσμο, αποφάσισε κάποτε να γυρίσει στην πατρίδα του. Γύρισε στη Στεμνίτσα. Όχι σαν θεός. Σαν ξύλινο γλυπτό. Ένας καλλιτέχνης έφτιαξε από κορμό δέντρου ένα ομοίωμα του Πάνα και το τοποθέτησε σε μια περιοχή της Στεμνίτσας. Ένα έργο τέχνης μέσα στη φύση. Ένα σημείο αναφοράς. Ένα σύμβολο του τόπου. Κάτι που θα μπορούσε να γίνει αφορμή για να μιλήσει κανείς για την αρχαία Αρκαδία, για τον Πάνα, για τα βουνά, για τους βοσκούς, για τα μονοπάτια, για τη σχέση του ανθρώπου με το φυσικό περιβάλλον.

Αλλά δεν πρόλαβε. Κάποιοι «ευσεβείς» άνθρωποι, από εκείνους που έχουν αναλάβει εργολαβικά να προστατεύουν τον Θεό από τους θεούς των αρχαίων, πήγαν και του έκοψαν τα πόδια. Έτσι απλά. Ο Πάνας ξαναγύρισε στην Αρκαδία και στην Αρκαδία του έκοψαν τα πόδια.

Μπορεί να γελάσει κανείς. Μπορεί όμως και να μη γελάσει καθόλου. Γιατί το περιστατικό δεν είναι απλώς μια πράξη βανδαλισμού. Είναι μια μικρή εικόνα της μεγάλης μας αμάθειας.

Στη Νορβηγία πήραν τον Πάνα και τον έκαναν όνομα για μια εμπειρία φύσης. Εδώ τον είδαν και τρόμαξαν. Εκεί κατάλαβαν το σύμβολο. Εδώ κάποιοι δεν μπήκαν στον κόπο να μάθουν τι συμβολίζει.

Η λέξη Arcadia έγινε ευρωπαϊκό πολιτιστικό σύμβολο. Ο Πάνας έγινε διεθνές εικαστικό και πολιτιστικό σύμβολο. Η αρχαία ελληνική μυθολογία μπήκε στην τέχνη, στη λογοτεχνία, στο θέατρο, στον κινηματογράφο, στη διαφήμιση, στην αρχιτεκτονική, ακόμη και στα ονόματα σύγχρονων επιχειρήσεων και τουριστικών προορισμών.

Και εμείς; Εμείς πολλές φορές έχουμε το πρωτότυπο και δεν ξέρουμε τι να το κάνουμε. Έχουμε την Αρκαδία και ψάχνουμε να βρούμε τουριστική ταυτότητα. Έχουμε τον Πάνα και δεν ξέρουμε να τον αφηγηθούμε. Έχουμε τον Μαινάλo, τον Λούσιο, τα μονοπάτια, τα χωριά, τα δάση, τα λιβάδια, τα πέτρινα γεφύρια, τις στάνες, τα νερά και τις παλιές διαδρομές των ανθρώπων και των κοπαδιών και συχνά δεν μπορούμε να τα αξιολογήσουμε.

Ο επισκέπτης μπορεί να δει την Αρκαδία, αρκεί να του την εξηγήσουμε. Αρκεί να ξέρουμε εμείς πρώτα τι είναι. Γιατί η αμάθεια δεν είναι μόνο πολιτιστικό πρόβλημα. Είναι και οικονομικό. Είναι τουριστικό πρόβλημα. Είναι πρόβλημα παιδείας και ταυτόχρονα πρόβλημα ανάπτυξης. Όταν δεν γνωρίζεις τον τόπο σου, δεν μπορείς να τον αφηγηθείς. Όταν δεν μπορείς να τον αφηγηθείς, δεν μπορείς να τον κάνεις εμπειρία.

Αυτό είναι το μεγάλο χαμένο μας πλεονέκτημα. Έχουμε κάτι που άλλοι θα πλήρωναν εκατομμύρια για να το αποκτήσουν: έναν πραγματικό τόπο με έναν πραγματικό μύθο που έγινε παγκόσμια ιδέα. Δεν χρειάζεται να φτιάξουμε Αρκαδία. Η Αρκαδία υπάρχει. Δεν χρειάζεται να εφεύρουμε τον Πάνα. Τον έχουμε. Δεν χρειάζεται να δημιουργήσουμε την ιστορία. Την κληρονομήσαμε. Αυτό που πρέπει να δημιουργήσουμε είναι η γνώση. Και μετά την αφήγηση. Και μετά την εμπειρία.

Να μπορεί ο ξένος που έρχεται στην Αρκαδία να μάθει ποιος ήταν ο Πάνας. Να περπατήσει σε ένα μονοπάτι και να ξέρει ποιοι περπατούσαν εκεί πριν από αυτόν. Να δει ένα λιβάδι και να καταλάβει γιατί εδώ γεννήθηκε ο μύθος του ποιμενικού θεού.

Το χειρότερο είναι ότι δεν καταλαβαίνουμε πως, κάθε φορά που καταστρέφουμε ή απαξιώνουμε ένα κομμάτι της ιστορίας μας, κόβουμε ένα κομμάτι από το δικό μας συγκριτικό πλεονέκτημα. Ο Πάνας ξαναφτιάχτηκε. Τα πόδια του ξανακολλήθηκαν. Η ξυλεία αντικαθίσταται. Αυτό που δεν αντικαθίσταται εύκολα είναι η γνώση. Κι αυτή, δυστυχώς, είναι που μας λείπει περισσότερο.

Πηγή: odosarkadias.gr

Μοιράσου